Κυριακή, 31 Μαΐου 2009

Αστυνομικές Ιστορίες


Τ' είν' αυτό που το λένε αγάπη;

"Τ' είν' αυτό που το λένε αγάπη, τ' είν' αυτό, τ' είν' αυτό;" Η φωνή της Σοφίας Λόρεν τραγουδά σχεδόν ξεψυχισμένα μέσα από τα ηχεία που γρατζουνάνε. Η παλιά Μπιούικ διασχίζει την άδεια Πατησίων με ταχύτητα. Πίσω της τρέχουν πεντ'-έξι μπατσίστικα με συμβατικούς αριθμούς. Οι σφαίρες πέφτουν σύννεφο. Ίσως να γυρίζουν μια νέα υπερπαραγωγή για το επόμενο φεστιβάλ. Καλού κακού προσοχή στις αδέσποτες. Δεν ξέρεις τι γίνεται καμιά φορά...

Μέσα στην Μπιούικ το ερώτημα ακούγεται ασφυκτικό: "Τ' είν' αυτό; Τ' είν' αυτό;" Μια σφαίρα καρφώνεται στο παρμπρίζ. Ο οδηγός της αγνοεί τα φανάρια. Μπαίνει Αιόλου. Στο ύψος της Σωκράτους πιέζει ένα κουμπί και η άσφαλτος γεμίζει από αγνό λάδι Καλαμών. Τα πεντ'-έξι με τους συμβατικούς γλιστράνε στις βιτρίνες του Δραγώνα, που καταρρέουν με θόρυβο. Οι μοχθηροί επιβάτες τους βρίζουν και κουνούν απειλητικά τις γροθιές τους: "Που θα μας πας, ρε τσόγλανε; Θα σου γαμήσουμε τη μουνάρα που σε πέταγε..."

Τώρα τα βασανιστικά ερωτήματα έγιναν δύο: Πρώτον, τι είναι αυτό που το λένε αγάπη; Δεύτερον, που θα πάει άραγε ο τσόγλανος; Και, φυσικά, πάνω απ' όλα: Γιατί όλη αυτή η φασαρία;

Οδηγός της Μπιούικ: "Πολύ κακό για το τίποτα. Κανείς δεν ξέρει ακριβώς, ούτε και θέλει να μάθει. Κάποια παρεξήγηση, πιθανόν. Επισφράγιση των δεδομένων ρόλων του κακού σινεμά. Φταίει κι η τηλεόραση, που τους παίρνει τα μυαλά και τους κάνει να θέλουν να μοιάσουν στον Κερκ Ντάγκλας όταν έπαιζε τον ντετέκτιβ Μακλάουντ. Ή ακόμα και στα 'Περιπολικά Εν Δράσει', ποιος να ξέρει; Τι σημασία έχει; Εγώ τρέχω γιατί έτσι επιβάλλει το σενάριο. Το λάδι και η βιτρίνα του Δραγώνα απηχούν κάποια ιδιοτροπία του συγγραφέα. Όσο για την αγάπη... Τι να πω; Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια".

Τελειώνοντας τη φράση του πάρκαρε στους Αέρηδες και η γλυκιά ησυχία της βραδυάς απλώθηκε πάλι παντού. Έβγαλε ένα ποδήλατο από το πορτ-μπαγκάζ, χαιρέτησε ευγενικά και απομακρύνθηκε με κατεύθυνση προς Θησείο. Μετά άφησε γένεια και μουστάκια, φόρεσε και μαύρα γυαλιά, και παρόλον που όλοι ήξεραν πως ήταν αυτός κανένας δεν μπορούσε να τον αναγνωρίσει. Άφησε κατά μέρος τις μπίζνες με τα τραντζίστορ και εφεξής ασχολήθηκε με την κηπουρική, υρδοκαλλιέργειες και τα τοιαύτα.

Τι απέγινε, όμως, με τη Μπιούικ και τους κακούς διώκτες της;

Μετ΄ου πολύ, τα συνεργεία της Υπηρεσίας ανακάλυψαν μια παλιά σκονισμένη Μπιούικ παρατημένη εκεί πα δα στους Αέρηδες. Υπήρχαν πληροφορίες πως μέσα σ' αυτό το αυτοκίνητο βρισκόντουσαν πεντακόσιες χιλιάδες εκατομμύρια μεγατόνοι νιτρογλυκερίνης έτοιμοι να εκραγούν μόλις κάποιος θα προσπαθούσε αφελώς ν΄ανοίξει τη πόρτα του. Οι ειδικοί πυροτεχνουργοί του Στρατού αποσύνδεσαν προσεχτικά όλες τις πιθανότητες. Μετά έψαξαν τα πάντα, έκαναν το αμάξι φύλλο και φτερό αλλά δεν βρήκαν τίποτα. Ούτε νιτρογλυκερίνη, ούτε σπίρτα, ούτε τίποτα απολύτως. "Ρε μπας και τρέχαμ' άδικα;" αναρωτήθηκε κάποιος. Ένας άλλος έξυσε την κεφάλα του με αμηχανία. "Δεν αποκλείεται," είπε. "Αν και δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι το τρέξιμο είναι αυτοσκοπός. Τόσα φράγκα χώνει το κράτος για την καταστολή της εγκληματικότητας, δεν είναι δυνατόν να την αγνοήσουμε. Κι αν δεν υπάρχει αρκετή, είναι εθνική επιταγή να την οραματιστούμε και να την υλοποιήσουμε. Τα λεφτά του φορολογούμενου πιάνουνε πάντα τόπο."

"Κανένας δεν τρέχει άδικα, ρε μαλάκα," συμπλήρωσε ο Αρχηγός. "Όλοι έχουμε τους λόγους μας. Άμα δεν τρέξεις να ιδρώσεις, να πεις αμάν πια, πως θα φχαριστηθείς το ψωμί που τρως; Τελείως ζώον είσαι, μωρ' αδερφάκι μου, και σ' είχα και για εύφημο μνεία... Ου να μού χαθείς βλίτο, ε βλίτο!..."

__________________________________

Σημ.: Είναι προφανές ότι το παραπάνω γράφτηκε κάπου 30 χρόνια πριν, τότε που υπήρχε ο Δραγώνας, η Αιόλου δεν είχε γίνει ακόμα πεζόδρομος και η τηλεόραση έπαιζε τον Επιθεωρητή Μακλάουντ και τα Περιπολικά Εν Δράσει - δηλαδή τότε που η Αθήνα ήταν μια εντελώς άλλη πόλη.

Τετάρτη, 27 Μαΐου 2009

Επιστήμη & Ζωή

ννν
Με τον γιατρό της Leni Riefenstahl
ννν
Τα αδιάσειστο αυτό φωτογραφικό ντοκουμέντο (βλ.: φώτο άνωθι) αποτελεί έμμεσα και μια σημαντική κοινωνική καταγγελία, διότι αποδεικνύει περίτρανα είτε πως οι ηθοποιοί αναγκάζονται να κάνουν και μια δεύτερη εργασία προκειμένου να τα βγάλουν πέρα με τις αυξημένες απαιτήσεις του σημερινού βίου, είτε ότι ορισμένα μέλη της ιατρικής κοινότητας υποχρεώνονται να διαπρέψουν και στον χώρο της 7ης τέχνης προκειμένου να κάνουν γνωστό το όνομά τους και, κατ' επέκταση, να στρέψουν την προσοχή του πάσχοντος κοινού στο ανεκτίμητο επιστημονικό και θεραπευτικό τους έργο.
(Αθήνα, Ιούλιος 2006)

Ταξιδιωτικές Εντυπώσεις


When Nietzsche met Freud

One fine day, somewhere in the Sahara desert, Nietzsche meets Freud by the spring of a green oasis. Both men had been lost and were wandering in the desert for quite a while. They hadn't spoken to anyone for days and it was hard to tell what was thirstier, their throat or their mind. Thus, it was naturally impossible to avoid a little chat taking place between them.

On that time, dr. Liber was working as a tribal witch doctor to the service of a deaf and blind wise-old-man, who happened to be the great grandson of Hassan-i-Sabbah, living self-exiled in this very same remote oasis. Apparently, there were no tape recorders around and the doctor was unable to record their talk. But the casual verbal exchange of the two men was effortlessly echoed through the moving stillness of midday desert winds, so dr. Liber could easily write everything down on his notebook.

And their subliminally inspiring words were precisely as such:

F: Do you wanna fuck your mother?
N: No, I've killed my mother.
F: And did she die?
N: Alas, no. She only got stronger.
F: Hm, I see...
N: She got so fuckin' strong that she's not sexy anymore.
F: So, is this why you keep jerking off?
N: I never jerk off, dude. I just go mad sometimes.
F: In the middle of the desert, too?
N: Well, I kinda like desserts more than the main dish but I can really go mad for a glass of sweet red wine.
F: Ah, in that case...
N: Let's have a coke and a smile?
F: No. Let's change topic.
N: Sure.
F: ..............
N: Nice weather, isn't it?
F: Not bad for a rainy day.
N: But, hey, the sun is shining bright and burning hot right now!
F: Well, that's exactly what I mean.

Then, Nietzsche and Freud got on the back of their camels and rode away, each to a different direction.

(An excerpt from "The Tutorial Files of Dr. Liber", Vol. III, pp 106-107)

Τρίτη, 26 Μαΐου 2009

Κλασικό Θέατρο


Τραγωδία, κωμωδία ή μελόδραμα;

Γράφω ένα θεατρικό έργο αυτοσχεδιασμού, που θα διαρκεί 24 ώρες το 24ωρο και θα έχει περίπου 4.000.000 ηθοποιούς και κομπάρσους, ενώ θα παίζεται σε μια σκηνή έκτασης πολλών τετραγωνικών χιλιομέτρων, γεμάτη τσιμεντόσπιτα και με δυο-τρία βράχια στη μέση (πιθανώς να του βάλω και λίγο θάλασσα από τη μια πλευρά, δεν ξέρω ακόμα). Σκέπτομαι να το ονομάσω "Οι Βλάχες". Τι λέτε, θα πιάσει;

(Αθήνα, 2007 - Μερικές σκέψεις με αφορμή την παράσταση "Οι Βάκχες")

Συστημικές Αναπαραστάσεις


Καμένα μυαλά

Το σύστημα είναι απλό: Παίρνουμε 2,5 κιλά μυαλά, τα βάζουμε μέσα στην τηλεόραση και τ΄ αφήνουμε να σιγοψηθούν για 2 ώρες περίπου. Μετά, τα βγάζουμε και τα πετάμε στα σκουπίδια. Με το χαρτί από τα βιβλία, που έχουμε ως ντεκόρ στη βιβλιοθήκη μας (και, όποτε θέλουμε, τα χρησιμοποιούμε για προσάναμμα στο τζάκι μας), σκουπίζουμε τα χέρια μας και βάζουμε στον εαυτό μας κωλοδάχτυλο. Όταν το κωλοδάχτυλο φτάσει να μας βγει από το στόμα, το δαγκώνουμε ενοχλημένοι και τρέχει λίγο αίμα, που λερώνει το χαλί. Αμέσως, οι Αρχές σπεύδουν να μας συλλάβουν με την κατηγορία της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, αφού το χαλί, μαζί με τις καρέκλες, τα κουζινικά και το σπίτι, ήδη ανήκουν όλα στην Τράπεζα λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής των δόσεων της πιστωτικής κάρτας με την οποία είχαμε αγοράσει αρχικά την τηλεόραση. Τα πάντα καταγράφονται στο βιβλίο συμβάντων με το νι και με το σίγμα, αλλά αυτό δεν το καίει κανείς γιατί πια δεν χρειάζεται. Ύστερα, μπάτσοι, τραπεζίτες, σταρ της τι-βι, πολιτικοί, γκάνγκστερς κι εμείς, όλοι μαζί αδελφωμένοι, πάμε να τα σπάσουμε στα μπουζούκια. Δεν φοβόμαστε ότι ίσως να χάσουμε τα μυαλά μας γιατί κανείς δεν μπορεί να χάσει κάτι που δεν έχει. Είμαστε πλέον ελεύθεροι! Επιτέλους, η επανάσταση πέτυχε!
(Αθήνα, Μάρτιος 2008)

Πως Γράφονται Τα Σουξέ


Ξεματιάζοντας τον Γκοντό

Μιά όμορφη ανοιξιάτικη μέρα. Ο ήλιος κάνει τα λουλουδάκια να χαμογελούν. Τα δένδρα ψιθυρίζουν λόγια αγάπης το ένα στ' άλλο και αφήνουν στην ατμόσφαιρα ευωδιές πολλά υποσχόμενες. Το υγρό γρασίδι λάμπει από χαρά κι ο ουρανός κινείται στα πιο φωτεινά του γαλάζια. Πρέπει να 'ναι κανείς νεκρός για ν' αγνοήσει αυτή την παιδιάστικη μα τόσο γνώριμη χαρά της φύσης. Γιατί είναι άνοιξη. Κι η άνοιξη δεν περιμένει.

Ο Μικρός-Με-Το-Ποδήλατο κατηφορίζει την αλέα και σιγοσφυρίζει το κεντρικό θέμα από ένα τραγουδάκι της μόδας, το "Rats In My Graveyard", μόνο που το σφυρίζει τόσο εύθυμα ώστε θα νόμιζε κανείς πως πρόκειται για το "Μάτια Ματωμένα", ένα άλλο μεγάλο σουξέ, που όμως δεν έχει γραφτεί ακόμα.

Το γεγονός αυτό ήταν αδύνατο να διαφύγει τς προσοχής του Μεγάλου Στερεμένου Μουσουργού, ο οποίος καθότανε στο καφενεδάκι της γωνίας κι' έξυνε τ' αρχίδια του παρατηρώντας τα περιστέρια που κουτσούλιζαν παντού και περιμένοντας την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος να πέσει εξ ουρανών σαν χοντρό χαλάζι ή, μάλλον, σαν το Μάνα των Γραφών.

Αυτά όμως γίνονται μόνο στο σινεμά. Στην πραγματικότητα, η ζωή δεν είναι fiction και τις πιο καλές ιδέες τις παίρνει κανείς απ' το δρόμο. Έτσι κι ο ΜΣΜ, που με την άνοιξη είχε ανοίξει κι αυτός σαν τομάτα γαρίφαλο, μόλις άκουσε τον Μικρό ΜΤΠ, που σφύριζε ανέμελος, έφαγε φλάς. "Διάολε!" είπε, "αυτό είναι!" Ο καφετζής τον κοίταξε με δυσπιστία.

Ο ΜΣΜ βάλθηκε αμέσως να σημειώνει μετά μανίας κάτι δυσνόητους μαθηματικούς τύπους στο πίσω μέρος του πακέτου των άφιλτρων τσιγάρων του, που σύνομα εξαπλώθηκαν στις χαρτοπετσέτες και στο τραπεζομάντιλο. Η αφοσιωμένη απορρόφησή του μ' αυτό που έκανε ήταν απόλυτη. Έτσι δεν πρόσεξε τον Μικρό ΜΤΠ που πήγε να περάσει την αφύλαχτη διάβαση και τον έκανε κομματάκια το διερχόμενο τρένο.

Ωστόσο, ούτε κι ο οδηγός της αμαξοστοιχίας τον πήρε είδηση. Αλλά, και να τον είχε αντιληφθεί, και πάλι δεν θα είχε τον χρόνο να σταματήσει. Για κακή του τύχη, μάλιστα, εκείνη τη στιγμή σιγοσφύριζε "Τα Τρένα Που Φύγανε, Αγάπες Που Πήρανε". Ως εκ τούτου, κανείς δεν εξεπλάγη όταν αργότερα αποκαλύφθηκε πως ο Μικρός ΜΤΠ ήταν ο χαμένος έκθετος γιός του οδηγού, καρπός του παράνομου έρωτά του με μια Βουλγαρίδα χορεύτρια (ολίγον τι σουρλουλού).

Βέβαια, ο ΜΣΜ δεν γνώριζε τίποτε απ' όλ' αυτά - και πως θα μπορούσε άλλωστε; Στο κάτω-κάτω της γραφής, ένας απλός μεγάλος μουσουργός ήταν ο άνθρωπος, δεν ήτανε και μέντιουμ. Έτσι, το μόνο που βρήκε να πει όταν σηκώθηκε να πληρώσει τον λογαριασμό και να γυρίσει στο σπίτι-παύλα-στούντιό του, ήταν πως δεν θα 'πρεπε να διασχίζει κανείς τις διαβάσεις του τρένου σφυρίζοντας το "Αρουραίοι Στον Τάφο Μου" και να περιμένει πως θα την βγάλει καθαρή. Θα ήταν πιο φρόνμο να σφύριζε το "Trains Of Fortune" ή τουλάχιστον το "Love Train Riding". Τέλος πάντων, έτσι είναι τα νιάτα, απερίσκεπτα. Και την απερισκεψία τους αυτή καμιά φορά την πληρώνουν πολύ ακριβά...

Πάντως ο ΜΣΜ γύρισε στο σπίτι-παύλα-στούντό του πολύ ανεβασμένος. Κάθισε επί τόπου στον Η/Υ του και πέρασε μέσα όλα τα στοιχεία που είχε συγκεντρώσει. Με μεγάλη σπουδή και προσοχή, του φόρτωσε επακριβώς όλες τις περίπλοκες σημειώσεις του μία προς μία. Η μνήμη RAM του παραπονέθηκε πως την έχει παραφορτώσει αλλά ευτυχώς υπήρχε ακόμα πολύς αναξιοποίητος χώρος στον σκληρό και τα βρήκανε. Μετά έριξε μέσα και τη μάρκα των τσιγάρων, το bar code, την τιμή λιανικής πώλησης, τα ποσοστά της νικοτίνης, κλπ. Στο τέλος άνοιξε το motherboard κι έβαλε μέσα το κουτί των τσιγάρων και τις γόπες, καθώς επίσης και το τραπεζομάντιλο με τις λίγδες και τα ψίχουλα, τα οποία ο Η/Υ τα δέχτηκε άνετα. Είχε πια συνηθίσει με τις εκκεντρικές παλαβομάρες του ιδιοκτήτη του και δεν πολυέδινε σημασία. Με τις χαρτοπετσέτες δυσκολεύτηκε κάπως αλλά ο ΜΣΜ τις έσπρωξε λιγάκι και χώρεσαν κι αυτές δίχως πρόβλημα.

Τόσο δεμένος ήταν ο Η/Υ με το στούντιο και το αφεντικό του, που είχε βγάλει πια ρίζες. Ο ΜΣΜ τις εξέτασε και διαπίστωσε χωρίς έκπληξη πως ήταν τετραγωνικές. Μετά του έδωσε και κάποιες σκόρπιες σημειώσεις που είχαν ξεμείνει στον καναπέ από το λύκειο, του έβαλε και κάτι άλλα μυστήρια, πάτησε μια σειρά από πλήκτρα και το feed όλων των διαθέσιμων data είχε πλέον ολοκληρωθεί. Ο Η/Υ άφησε να του ξεφύγει μια μικρή άναρθρη κραυγούλα ψηφιακής χαράς και άδολης γνωσιακής ικανοποίησης. Δούλεψε αθόρυβα και σχετικά γρήγορα. Όταν τελείωσε έβγαλε έναν απαλό μακρόσυρτο ήχο, που ειδοποιούσε διακριτικά πως η σύνθεση ήταν έτοιμη.

Ο ΜΣΜ τελείωσε το γάλα του και συνέδεσε τον Η/Υ με ένα κάπως πιο περίπλοκο μηχάνημα δικής του έμπνευσης, που μέχρι εκείνη τη στιγμή το κρατούσε κλειδαμπαρωμένο στη ντουλάπα. Έκανε τις απαραίτητες ρυθμίσεις και η μουσική πλημμύρισε το χώρο από τα κρυμμένα σούπερ-ηχεία, που θα πρέπει να ήταν σκορπισμένα παντού. Ναι! Ήταν το "Μάτια Ματωμένα" στην πρωταρχική του μορφή, αυτή που έμελλε σύντομα ν' ανέβει στο Νούμερο Ένα των τσαρτς όλου του πλανήτη! Επί του παρόντος, βέβαια, ο ΜΣΜ ήξερε πως δεν βρισκόταν ακόμα παρά μόνο στην αρχή. Πήρε ένα κομμάτι χαρτί και, αφού συμβουλεύτηκε μια από τις οθόνες, άρχισε να γράφει τα πρώτα λόγια του τραγουδιού:

Ματάκια μου
Σε μάτιασαν
Και ματωσαν
Ματάκια μου
Τα μάτια σου...

Refrain:
Μάτια ματωμένα
Μ' αίμα βουρκωμένα
Μάταια ματώσαν το πρωΐ.
Μάτια ματωμένα
Μην κοιτάτ' εμένα,
Δείτε πως κυλάει η ζωή.
(κλπ)
(Αθήνα, 1986)

Δευτέρα, 25 Μαΐου 2009

Ονοματοδότηση Δρόμων


Η τρύπα στον τοίχο του Έτσι

Αν και δεν πολυαύτωνε το τέτοιο του, κατά βάθος ο Έτσι την είχει δει αλλιώς. Βύθισε το βλέμμα του μέσα στο βαθύ άχρωμο τίποτα του κατιτίς και ανέσειρε μια παλιά διάτρητη ιστορία από το χρονοντούλαπο της Μαύρης Μαρμάγκας, που την είχε γράψει παλιά, πολύ παλιά, τότε που ήταν μάγκας. Την τοποθέτησε ανάποδα επάνω στο πωστολένε κι άρχισε να την γυρομπολιάζει και να την πετσικώνει αλύπητα μ' εκείνο το περισπούδαστο ύφος του, που μαρτυρούσε πως τα είχε παντελώς χαμένα.

Πρώτα της έκοψε τις γωνίες και στρογγύλεψε κάπως τις έννοιες ώστε οι αυθαιρεσίες τους να μην βγάζουν μάτι. Μετά πήρε το ψαλίδι και την καλαφάτησε στοχαστικά, λες κι ήταν ο μεταλικός σκελετός κάποιου αόρατου φουτουριστικού γλυπτού με καλώδια και φωτάκια, που αναβόσβηναν ρυθμικά αλλά μόνον αυτός τα έβλεπε γιατί όλ' αυτά συνέβαιναν σε μια άλλη παράλληλη συχνότητα, εύλογα παραμελημένη από κάθε μάτι. Εργάστηκε διακριτικά με κυκλικές απανωτές απλωτές στην περιφέρεια, κνούμενος αντίθετα από τη φορά των δεικτών του ρολογιού.

Το ρολόι είχε βέβαια σταματήσει προ καιρού και οι δείκτες του την είχαν κοπανήσει για άλλες ώρες πιο επιδεικτικές - αν και πρόωρες. Ώρες-ώρες όμως αυτό του την βάραγε και βάραγε κι αυτός το κεφάλι του στον τοίχο μέχρις ότου έσπασε ο τοίχος και τα τούβλα ξεχύθηκαν στο έδαφος, χαρούμενα που επιτέλους, χάρη στην επιμονή του Έτσι, βγήκαν και πάλι από την εντοιχισμένη μοίρα τους και ξάπλωσαν φαρδιά-πλατιά στον ήλιο του μεσημεριού, σαν σουλτάνες ανατολίτισες στον οντά του Καρασεβντά, τρία χιλιόμετρα πιο κάτω από το Περαβρέχι, ένα μικρό χωριουδάκι στα σύνορα Σαλταμαρίας και Κοζανόστρου.

Η ρωγμή στον τοίχο γρήγορα έγινε τρύπα και η τρύπα πόρτα και πέρασμα, αρκετά μεγάλο για ζώα ίσα με το μπόι ενός εύρωστου ανθρώπου, πιθανώς και μεγαλύτερα. Όπως, ας πούμε, τα ελάφια και οι αρκούδες, ακόμη και οι ελέφαντες ή άλλα μυθολογικά όντα, που οι κάτοικοι των μεγάλων πόλεων βλέπουν μόνο σε φωτογραφίες ή στην τηλεόραση (εκτός αν πάνε μέχρι τον ζωολογικό κήπο, αλλά αυτό δεν πιάνεται γιατί εκεί πρέπει να πληρώσουν εισητήριο).

Τέλος πάντων, απ' αυτή την οπή περάσαν πολλά κείμενα και παρακείμενα, με αποτέλεσμα αργότερα να δημιουργηθεί ολόκληρη λεωφόρος πολλαπλής κυκλοφορίας, ένα highway λέξεων και φράσεων, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο εξέφραζαν κάτι -ίσως και πολύ περισσότερα- κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς, πάντως έκαναν τους ανθρώπους να αισθάνονται σαν ξελογιασμένοι αυτοκράτορες, που αναφωνούν dum scripta spero τριγυρίζοντας στα σοκάκια της καμένης Ρώμης, ή σαν αναμαλλιασμένες ξανθιές πριγκίπισσες, που εκστασιάζονται με τραγανιστά ποδαράκια βατράχων ψημένων στη σχάρα. Ή κάτι τέτοιο τελος πάντων.

Και αυτό ο Έτσι το συνόψισε, πολύ σωστά, με την ιστορική ρήση: "I read & write, therefore I am", η οποία σκαλίστηκε περίτεχνα με χρυσά γράμματα στα πολύχρωμα νέφη που μαζευόντουσαν πάνω από τη λεωφόρο μερικές φορές, όταν η αμάθεια πήγαινε σύννεφο και το σύννεφο έφερνε βροχή, μόνο που τότε πια έβρεχε καρέκλες και μαργαριτάρια - αλλά αυτό δεν είναι του παρόντος...

Κατ' αυτό τον τρόπο, ο δρόμος πήρε το οριστικό όνομά του και από "Μονοπάτι των Σκόρπιων Λέξεων" έγινε "Λεωφόρος της Ακατάσχετης Πολυλογίας" - μολονότι όλοι, ακόμα και οι ταξιτζήδες, την γνωρίζουν καλύτερα με το αρχικό της όνομα, δηλ., ως "Η Τρύπα στον Τοίχο του Έτσι." Και, παρά την επιμονή των επίσημων χαρτών του κράτους, αυτοί έτσι συνεχίζουν να την λένε στις καθημερινές τους συνομιλίες. Μόνο ο Έτσι καμώνεται πως δεν ξέρει τ' όνομά της και κάθε φορά που αναφέρεται σ' αυτήν λέει, π.χ., ότι "στη Λεωφόρο της Ηθελημένης Άγνοιας κάνουνε πιάτσα οι γνωστές πουτάνες του Λόγου, σαν και του λόγου μου" και διάφορα άλλα τέτοια μπλαζέ αποφθέγματα, που κάνουν τις κυρίες στα σαλόνια να κοκκινίζουν και να μην ξέρουν από που να φύγουν.

(Αθήνα, Μάϊος 2009 - Με αφορμή το ξεκίνημα αυτού του ιστολογίου)