Τρίτη, 26 Μαΐου 2009

Πως Γράφονται Τα Σουξέ


Ξεματιάζοντας τον Γκοντό

Μιά όμορφη ανοιξιάτικη μέρα. Ο ήλιος κάνει τα λουλουδάκια να χαμογελούν. Τα δένδρα ψιθυρίζουν λόγια αγάπης το ένα στ' άλλο και αφήνουν στην ατμόσφαιρα ευωδιές πολλά υποσχόμενες. Το υγρό γρασίδι λάμπει από χαρά κι ο ουρανός κινείται στα πιο φωτεινά του γαλάζια. Πρέπει να 'ναι κανείς νεκρός για ν' αγνοήσει αυτή την παιδιάστικη μα τόσο γνώριμη χαρά της φύσης. Γιατί είναι άνοιξη. Κι η άνοιξη δεν περιμένει.

Ο Μικρός-Με-Το-Ποδήλατο κατηφορίζει την αλέα και σιγοσφυρίζει το κεντρικό θέμα από ένα τραγουδάκι της μόδας, το "Rats In My Graveyard", μόνο που το σφυρίζει τόσο εύθυμα ώστε θα νόμιζε κανείς πως πρόκειται για το "Μάτια Ματωμένα", ένα άλλο μεγάλο σουξέ, που όμως δεν έχει γραφτεί ακόμα.

Το γεγονός αυτό ήταν αδύνατο να διαφύγει τς προσοχής του Μεγάλου Στερεμένου Μουσουργού, ο οποίος καθότανε στο καφενεδάκι της γωνίας κι' έξυνε τ' αρχίδια του παρατηρώντας τα περιστέρια που κουτσούλιζαν παντού και περιμένοντας την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος να πέσει εξ ουρανών σαν χοντρό χαλάζι ή, μάλλον, σαν το Μάνα των Γραφών.

Αυτά όμως γίνονται μόνο στο σινεμά. Στην πραγματικότητα, η ζωή δεν είναι fiction και τις πιο καλές ιδέες τις παίρνει κανείς απ' το δρόμο. Έτσι κι ο ΜΣΜ, που με την άνοιξη είχε ανοίξει κι αυτός σαν τομάτα γαρίφαλο, μόλις άκουσε τον Μικρό ΜΤΠ, που σφύριζε ανέμελος, έφαγε φλάς. "Διάολε!" είπε, "αυτό είναι!" Ο καφετζής τον κοίταξε με δυσπιστία.

Ο ΜΣΜ βάλθηκε αμέσως να σημειώνει μετά μανίας κάτι δυσνόητους μαθηματικούς τύπους στο πίσω μέρος του πακέτου των άφιλτρων τσιγάρων του, που σύνομα εξαπλώθηκαν στις χαρτοπετσέτες και στο τραπεζομάντιλο. Η αφοσιωμένη απορρόφησή του μ' αυτό που έκανε ήταν απόλυτη. Έτσι δεν πρόσεξε τον Μικρό ΜΤΠ που πήγε να περάσει την αφύλαχτη διάβαση και τον έκανε κομματάκια το διερχόμενο τρένο.

Ωστόσο, ούτε κι ο οδηγός της αμαξοστοιχίας τον πήρε είδηση. Αλλά, και να τον είχε αντιληφθεί, και πάλι δεν θα είχε τον χρόνο να σταματήσει. Για κακή του τύχη, μάλιστα, εκείνη τη στιγμή σιγοσφύριζε "Τα Τρένα Που Φύγανε, Αγάπες Που Πήρανε". Ως εκ τούτου, κανείς δεν εξεπλάγη όταν αργότερα αποκαλύφθηκε πως ο Μικρός ΜΤΠ ήταν ο χαμένος έκθετος γιός του οδηγού, καρπός του παράνομου έρωτά του με μια Βουλγαρίδα χορεύτρια (ολίγον τι σουρλουλού).

Βέβαια, ο ΜΣΜ δεν γνώριζε τίποτε απ' όλ' αυτά - και πως θα μπορούσε άλλωστε; Στο κάτω-κάτω της γραφής, ένας απλός μεγάλος μουσουργός ήταν ο άνθρωπος, δεν ήτανε και μέντιουμ. Έτσι, το μόνο που βρήκε να πει όταν σηκώθηκε να πληρώσει τον λογαριασμό και να γυρίσει στο σπίτι-παύλα-στούντιό του, ήταν πως δεν θα 'πρεπε να διασχίζει κανείς τις διαβάσεις του τρένου σφυρίζοντας το "Αρουραίοι Στον Τάφο Μου" και να περιμένει πως θα την βγάλει καθαρή. Θα ήταν πιο φρόνμο να σφύριζε το "Trains Of Fortune" ή τουλάχιστον το "Love Train Riding". Τέλος πάντων, έτσι είναι τα νιάτα, απερίσκεπτα. Και την απερισκεψία τους αυτή καμιά φορά την πληρώνουν πολύ ακριβά...

Πάντως ο ΜΣΜ γύρισε στο σπίτι-παύλα-στούντό του πολύ ανεβασμένος. Κάθισε επί τόπου στον Η/Υ του και πέρασε μέσα όλα τα στοιχεία που είχε συγκεντρώσει. Με μεγάλη σπουδή και προσοχή, του φόρτωσε επακριβώς όλες τις περίπλοκες σημειώσεις του μία προς μία. Η μνήμη RAM του παραπονέθηκε πως την έχει παραφορτώσει αλλά ευτυχώς υπήρχε ακόμα πολύς αναξιοποίητος χώρος στον σκληρό και τα βρήκανε. Μετά έριξε μέσα και τη μάρκα των τσιγάρων, το bar code, την τιμή λιανικής πώλησης, τα ποσοστά της νικοτίνης, κλπ. Στο τέλος άνοιξε το motherboard κι έβαλε μέσα το κουτί των τσιγάρων και τις γόπες, καθώς επίσης και το τραπεζομάντιλο με τις λίγδες και τα ψίχουλα, τα οποία ο Η/Υ τα δέχτηκε άνετα. Είχε πια συνηθίσει με τις εκκεντρικές παλαβομάρες του ιδιοκτήτη του και δεν πολυέδινε σημασία. Με τις χαρτοπετσέτες δυσκολεύτηκε κάπως αλλά ο ΜΣΜ τις έσπρωξε λιγάκι και χώρεσαν κι αυτές δίχως πρόβλημα.

Τόσο δεμένος ήταν ο Η/Υ με το στούντιο και το αφεντικό του, που είχε βγάλει πια ρίζες. Ο ΜΣΜ τις εξέτασε και διαπίστωσε χωρίς έκπληξη πως ήταν τετραγωνικές. Μετά του έδωσε και κάποιες σκόρπιες σημειώσεις που είχαν ξεμείνει στον καναπέ από το λύκειο, του έβαλε και κάτι άλλα μυστήρια, πάτησε μια σειρά από πλήκτρα και το feed όλων των διαθέσιμων data είχε πλέον ολοκληρωθεί. Ο Η/Υ άφησε να του ξεφύγει μια μικρή άναρθρη κραυγούλα ψηφιακής χαράς και άδολης γνωσιακής ικανοποίησης. Δούλεψε αθόρυβα και σχετικά γρήγορα. Όταν τελείωσε έβγαλε έναν απαλό μακρόσυρτο ήχο, που ειδοποιούσε διακριτικά πως η σύνθεση ήταν έτοιμη.

Ο ΜΣΜ τελείωσε το γάλα του και συνέδεσε τον Η/Υ με ένα κάπως πιο περίπλοκο μηχάνημα δικής του έμπνευσης, που μέχρι εκείνη τη στιγμή το κρατούσε κλειδαμπαρωμένο στη ντουλάπα. Έκανε τις απαραίτητες ρυθμίσεις και η μουσική πλημμύρισε το χώρο από τα κρυμμένα σούπερ-ηχεία, που θα πρέπει να ήταν σκορπισμένα παντού. Ναι! Ήταν το "Μάτια Ματωμένα" στην πρωταρχική του μορφή, αυτή που έμελλε σύντομα ν' ανέβει στο Νούμερο Ένα των τσαρτς όλου του πλανήτη! Επί του παρόντος, βέβαια, ο ΜΣΜ ήξερε πως δεν βρισκόταν ακόμα παρά μόνο στην αρχή. Πήρε ένα κομμάτι χαρτί και, αφού συμβουλεύτηκε μια από τις οθόνες, άρχισε να γράφει τα πρώτα λόγια του τραγουδιού:

Ματάκια μου
Σε μάτιασαν
Και ματωσαν
Ματάκια μου
Τα μάτια σου...

Refrain:
Μάτια ματωμένα
Μ' αίμα βουρκωμένα
Μάταια ματώσαν το πρωΐ.
Μάτια ματωμένα
Μην κοιτάτ' εμένα,
Δείτε πως κυλάει η ζωή.
(κλπ)
(Αθήνα, 1986)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου