Κυριακή, 31 Μαΐου 2009

Αστυνομικές Ιστορίες


Τ' είν' αυτό που το λένε αγάπη;

"Τ' είν' αυτό που το λένε αγάπη, τ' είν' αυτό, τ' είν' αυτό;" Η φωνή της Σοφίας Λόρεν τραγουδά σχεδόν ξεψυχισμένα μέσα από τα ηχεία που γρατζουνάνε. Η παλιά Μπιούικ διασχίζει την άδεια Πατησίων με ταχύτητα. Πίσω της τρέχουν πεντ'-έξι μπατσίστικα με συμβατικούς αριθμούς. Οι σφαίρες πέφτουν σύννεφο. Ίσως να γυρίζουν μια νέα υπερπαραγωγή για το επόμενο φεστιβάλ. Καλού κακού προσοχή στις αδέσποτες. Δεν ξέρεις τι γίνεται καμιά φορά...

Μέσα στην Μπιούικ το ερώτημα ακούγεται ασφυκτικό: "Τ' είν' αυτό; Τ' είν' αυτό;" Μια σφαίρα καρφώνεται στο παρμπρίζ. Ο οδηγός της αγνοεί τα φανάρια. Μπαίνει Αιόλου. Στο ύψος της Σωκράτους πιέζει ένα κουμπί και η άσφαλτος γεμίζει από αγνό λάδι Καλαμών. Τα πεντ'-έξι με τους συμβατικούς γλιστράνε στις βιτρίνες του Δραγώνα, που καταρρέουν με θόρυβο. Οι μοχθηροί επιβάτες τους βρίζουν και κουνούν απειλητικά τις γροθιές τους: "Που θα μας πας, ρε τσόγλανε; Θα σου γαμήσουμε τη μουνάρα που σε πέταγε..."

Τώρα τα βασανιστικά ερωτήματα έγιναν δύο: Πρώτον, τι είναι αυτό που το λένε αγάπη; Δεύτερον, που θα πάει άραγε ο τσόγλανος; Και, φυσικά, πάνω απ' όλα: Γιατί όλη αυτή η φασαρία;

Οδηγός της Μπιούικ: "Πολύ κακό για το τίποτα. Κανείς δεν ξέρει ακριβώς, ούτε και θέλει να μάθει. Κάποια παρεξήγηση, πιθανόν. Επισφράγιση των δεδομένων ρόλων του κακού σινεμά. Φταίει κι η τηλεόραση, που τους παίρνει τα μυαλά και τους κάνει να θέλουν να μοιάσουν στον Κερκ Ντάγκλας όταν έπαιζε τον ντετέκτιβ Μακλάουντ. Ή ακόμα και στα 'Περιπολικά Εν Δράσει', ποιος να ξέρει; Τι σημασία έχει; Εγώ τρέχω γιατί έτσι επιβάλλει το σενάριο. Το λάδι και η βιτρίνα του Δραγώνα απηχούν κάποια ιδιοτροπία του συγγραφέα. Όσο για την αγάπη... Τι να πω; Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια".

Τελειώνοντας τη φράση του πάρκαρε στους Αέρηδες και η γλυκιά ησυχία της βραδυάς απλώθηκε πάλι παντού. Έβγαλε ένα ποδήλατο από το πορτ-μπαγκάζ, χαιρέτησε ευγενικά και απομακρύνθηκε με κατεύθυνση προς Θησείο. Μετά άφησε γένεια και μουστάκια, φόρεσε και μαύρα γυαλιά, και παρόλον που όλοι ήξεραν πως ήταν αυτός κανένας δεν μπορούσε να τον αναγνωρίσει. Άφησε κατά μέρος τις μπίζνες με τα τραντζίστορ και εφεξής ασχολήθηκε με την κηπουρική, υρδοκαλλιέργειες και τα τοιαύτα.

Τι απέγινε, όμως, με τη Μπιούικ και τους κακούς διώκτες της;

Μετ΄ου πολύ, τα συνεργεία της Υπηρεσίας ανακάλυψαν μια παλιά σκονισμένη Μπιούικ παρατημένη εκεί πα δα στους Αέρηδες. Υπήρχαν πληροφορίες πως μέσα σ' αυτό το αυτοκίνητο βρισκόντουσαν πεντακόσιες χιλιάδες εκατομμύρια μεγατόνοι νιτρογλυκερίνης έτοιμοι να εκραγούν μόλις κάποιος θα προσπαθούσε αφελώς ν΄ανοίξει τη πόρτα του. Οι ειδικοί πυροτεχνουργοί του Στρατού αποσύνδεσαν προσεχτικά όλες τις πιθανότητες. Μετά έψαξαν τα πάντα, έκαναν το αμάξι φύλλο και φτερό αλλά δεν βρήκαν τίποτα. Ούτε νιτρογλυκερίνη, ούτε σπίρτα, ούτε τίποτα απολύτως. "Ρε μπας και τρέχαμ' άδικα;" αναρωτήθηκε κάποιος. Ένας άλλος έξυσε την κεφάλα του με αμηχανία. "Δεν αποκλείεται," είπε. "Αν και δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι το τρέξιμο είναι αυτοσκοπός. Τόσα φράγκα χώνει το κράτος για την καταστολή της εγκληματικότητας, δεν είναι δυνατόν να την αγνοήσουμε. Κι αν δεν υπάρχει αρκετή, είναι εθνική επιταγή να την οραματιστούμε και να την υλοποιήσουμε. Τα λεφτά του φορολογούμενου πιάνουνε πάντα τόπο."

"Κανένας δεν τρέχει άδικα, ρε μαλάκα," συμπλήρωσε ο Αρχηγός. "Όλοι έχουμε τους λόγους μας. Άμα δεν τρέξεις να ιδρώσεις, να πεις αμάν πια, πως θα φχαριστηθείς το ψωμί που τρως; Τελείως ζώον είσαι, μωρ' αδερφάκι μου, και σ' είχα και για εύφημο μνεία... Ου να μού χαθείς βλίτο, ε βλίτο!..."

__________________________________

Σημ.: Είναι προφανές ότι το παραπάνω γράφτηκε κάπου 30 χρόνια πριν, τότε που υπήρχε ο Δραγώνας, η Αιόλου δεν είχε γίνει ακόμα πεζόδρομος και η τηλεόραση έπαιζε τον Επιθεωρητή Μακλάουντ και τα Περιπολικά Εν Δράσει - δηλαδή τότε που η Αθήνα ήταν μια εντελώς άλλη πόλη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου